ευρώεις

εὐρώεις -εσσα, -εν (Α)
1. μουχλιασμένος
2. υγρός και σκοτεινός (α. «εἰς Ἀίδεω δόμον εὐρώεντα» — στο σκοτεινό παλάτι τού Άδη, Ομ. Οδ.
β. «τάφον εὐρώεντα» — υγρό και σκοτεινό τάφο, Σοφ.)
3. ευρώδης, ευρύς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευρώς «μούχλα». Αργότερα η λέξη συνδέθηκε παρετυμολογικά με το ευρύς και χρησιμοποιήθηκε με τη σημ. «πλατύς»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐρώεις — mouldy masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρώεντα — εὐρώεις mouldy neut nom/voc/acc pl εὐρώεις mouldy masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρώεντες — εὐρώεις mouldy masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρώεντι — εὐρώεις mouldy masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρώεντος — εὐρώεις mouldy masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρώεσσα — εὐρώεις mouldy fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρώεσσαν — εὐρώεις mouldy fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρώεσσ' — εὐρώεσσα , εὐρώεις mouldy fem nom/voc sg εὐρώεσσαι , εὐρώεις mouldy fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευρώς — εὐρώς, ῶτος, ὁ (Α) η μούχλα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αμφίβολης ετυμολ. Σχηματισμός κατά τα ιδρώς, γέλως, έρως. Το ε θεωρείται προθεματικό. Εικάζεται αρχικός τ. *ε Fρ ώς που συνδέεται με τα αρχ. ινδ. vrnoti «καλύπτω», varna «χρώμα». Κατ άλλη άποψη, ο αρχικός τ.… …   Dictionary of Greek

  • πηλώεις — εσσα, εν, Α πηλώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < πηλός + κατάλ. όεις* με ω για μετρικούς λόγους πιθ. κατά το εὐρώεις] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.